
An open expression platform where black and white photos accompany open written contributions.
This is an art platform dedicated to bringing people from different places together through a shared artistic vision. It is not a chat room, but a curated space for open expression that honors core artistic and humanistic values: attentiveness, respect, curiosity, dialogue, empathy, and a commitment to high aesthetic standards.Writers from all backgrounds and languages are invited to express themselves freely through fiction, science fiction, essays, poetry, and philosophy. Words may echo, challenge, or drift away from the images, engaging them in personal, critical, or imaginative ways. The photographs are not illustrations but interlocutors, inviting multiple readings and interpretations.Readers are encouraged to enter this exchange not only through reflection and discussion, but also by contributing comments or original texts in any language they choose. An interactive dialogue is welcomed — one that may give rise to new texts, perspectives, and stories shaped collectively over time. When contributions are submitted in languages other than English, we will coordinate their presentation by sharing both the original language and an English version, so the conversation remains accessible to a broader readership.If you feel drawn to contribute, feel free to reach out; we’ll be glad to connect and coordinate the posting together.The editors.
Powered by



ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΛΑΝΗΣ / JOHN GALANIS

Ήρθες; Μα ναι ήρθες. Ήρθες τώρα ; Όχι βέβαια ! Ήσουν πάντα εδώ. Καλά, δε βαρέθηκες να είσαι πάντα εδώ ; Αλλά και πάλι , που αλλού να πας; Αφού το εδώ είναι παντού ! Ναι , όπου και να πας θα είσαι πάντα εδώ • μέσα σου, μέσα μου. Στον ιστό που μας ενώνει, εδώ, παντού, αψηφώντας το χρόνο. Ποιο χρόνο; Ακόμα και αυτός έχει ταυτιστεί μαζί σου από φόβο μήπως τον ξεχάσεις και χάσει έτσι την ανυπέρβλητη αξία που έχει για τους ζωντανούς οργανισμούς. Από φόβο μήπως πάψει να υπάρχει. Ποιος; Αυτός, ο αιώνιος Χρόνος!
Δεν σ’ ενδιαφέρει όμως για τις ανάγκες του χρόνου και διασχίζεις ανέλπιδα το αγαπημένο σου κενό για να αποδράσεις ίσως από τις ανούσιες - για την ώρα - αυτές σκέψεις. Κάνεις ένα, δύο βήματα μπροστά και περιμένεις την αλλαγή του ανύπαρκτου τοπίου που σε περιβάλλει. Κάτι σε σπρώχνει να ισοπεδώσεις το ανύπαρκτο, να εμφυτευτείς στην άβυσσο που βρίσκεται ολόγυρά σου και σου καταδυναστεύει την ύπαρξη
Κοντοστέκεσαι για λίγο προσπαθώντας να κατανοήσεις την χρησιμότητα της ύπαρξής σου , αλλά όχι , δε βρίσκεις τίποτα. Κάτι σε παρακινεί να προχωρήσεις κι άλλο μπροστά, μόνο εμπρός, όχι πίσω, ούτε δεξιά ή αριστερά, λες κι έχει σημασία ο προσανατολισμός σου στην άβυσσο των συναισθημάτων σου. Συναισθήματα; Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις το ερώτημα που μόλις διατύπωσε το θολωμένο μυαλό σου και ξάφνου, σαν απάντηση απ’ το πουθενά, κάτι αρχίζει να γυαλίζει εκεί μπροστά. Ίσα που φαίνεται. Αμέσως παρασύρεσαι και βαδίζεις προς το μέρος αυτού του μυστήριου πράγματος που λάμπει, με την αφελή περιέργεια ενός μικρού παιδιού που αψηφά τον κίνδυνο μόνο και μόνο επειδή δεν έχει την επίγνωσή του.
Κι ενώ είσαι πάντα εδώ, παντού, στον ιστό που μας ενώνει, αψηφώντας τα πάντα, δεν αργείς να φτάσεις εκεί και ανακαλύπτεις ότι αυτό που λάμπει στα μισά του τίποτα είναι ένας καθρέφτης!
Μα που στο καλό βρέθηκε ένας καθρέφτης στη μέση του συνεχούς και ακατάληπτου κενού; Και είναι εκεί σταθερός, αγέρωχος, προκλητικός, γεμάτος σιγουριά ότι θα κοιτάξεις μέσα του. Mα πως είναι δυνατόν; σκέφτεσαι, ενώ συναισθήματα οργής σε πλημμυρίζουν για τον ξεδιάντροπο καθρέφτη.
« Πως είναι δυνατόν αυτός ο αναιδέστατος καθρέφτης να στέκεται εκεί όρθιος, χωρίς να στηρίζεται πουθενά και να έχει την αφελή σιγουριά πως θα κοιτάξω μέσα του; » , σκέφτεσαι με φανερά τα σημάδια της απροκατάληπτης οργής στα μάτια σου.Και παρ’ όλο που ξέρεις ότι δεν θέλεις να κοιτάξεις μέσα στον καθρέφτη, δεν γνωρίζεις το γιατί δεν θέλεις να κοιτάξεις μέσα του.
Γιατί; « Μα γιατί εκεί βρίσκεται η αλήθεια ανόητο πλάσμα!»
Ποιος μίλησε; « Εκεί ίσως βρίσκεται η αλήθεια » διορθώνει η φωνή πιο πειστικά αυτή τη φορά. « Αλλά ίσως κι όχι. » Άλλη μια φωνή!
Α αυτή τη φορά το κακό παράγινε. Και τι σε νοιάζει εσένα που βρίσκεται η αλήθεια ; Ή μήπως σε νοιάζει ; Και τέλος πάντων , ποιός μιλάει μέσα στο κεφάλι σου προσπαθώντας να σε βγάλει από το λήθαργο της πνευματικής σου « ανεξαρτησίας » ;
Εξοργίζεσαι μ’ αυτές τις δύο φωνές που αντηχούν μέσα στο κεφάλι σου και - ίσως - για να μην σε ενοχλούν πια από αρρωστημένη - ίσως - περιέργεια , αποφασίζεις να διεισδύσεις στα άδυτα αυτού του καταραμένου καθρέφτη που στέκεται μπροστά σου στα μισά του τίποτα και σε προκαλεί λάμποντας και γελώντας μυστηριωδώς υπεροπτικά !
Άλλωστε τι το καινούριο μπορεί να δείξει αυτός ο καθρέφτης που δεν το έχεις ξαναδεί ; Τίποτα , απολύτως τίποτα ! Δεν έχεις να κερδίσεις ούτε να χάσεις κάτι αλλά ούτε και να ικανοποιήσεις κάποια μυστηριώδη περιέργεια. Ίσως κοιτάξεις μέσα του ακριβώς επειδή δεν θα έχει νόημα αυτή η πράξη. Κι όμως κάτι βαθιά μέσα σου - μάλλον αυτές οι φωνές που αντηχούν ακόμη ενοχλητικά - σου λέει πως κάτι νέο, κάτι σημαντικό θ’ ανακαλύψεις. Προκατάληψη ή όχι ; Κι αν είναι προκατάληψη ; Ποιό είναι το διαχωριστικό όριο της προκατάληψης ; Και πως οριοθετούμε ακόμη το αν η προκατάληψη είναι καλό ή κακό πράγμα ;
« Άντε λοιπόν! Tι περιμένεις; Θα κοιτάξεις επιτέλους μέσα; » σε διακόπτει πάλι από το χείμαρρο των σκέψεών σου μια απ’ τις δύο φωνές.
« Ναι , ναι κοίταξε μέσα » συμπληρώνει και η άλλη φωνή.
Περίεργο σκέφτεσαι πως είναι δυνατό δύο φωνές , που απ’ τον τόνο τους φαίνεται ότι εκπροσωπούν δύο διαφορετικά πράγματα , να συμφωνούν με τόση άνεση να κοιτάξω μέσα στον καθρέφτη. Είναι σαν να ακούς τη γνώμη δύο ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις που συμφωνούν σε κάτι που μοιάζει απόλυτα φυσικό και για τους δύο ή και για οποιονδήποτε άλλο. Κάτι κοινώς αποδεκτό. Μα υπάρχουν κοινώς αποδεκτά πράγματα; Τέλος πάντων, τώρα θα δεις τι μπορεί να έχει τόση σημασία.
Και εντελώς φυσικά, σαν να το έχεις κάνει εκατομμύρια φορές, κοιτάζεις μέσα στον καθρέφτη με απάθεια, έπειτα με παρατηρητικότητα, με αντιπάθεια, με θαυμασμό, με ναρκισσισμό, και ωραιοπάθεια σε μια προσπάθεια απομυθοποίησής σου και συνεχίζεις παρατηρητικά με ανυποχώρητη, τελικά, αδιαφορία ώσπου ξαφνικά προσηλώνεσαι στα μάτια!
Τι έγινε: Δεν τα έχεις ξαναδεί τα μάτια σου: Τι έγινε κι ανησύχησες έτσι ξαφνικά: Δεν ξέρεις τι συμβαίνει… κι όμως δεν προσπαθείς να ξεφύγεις…
Να ξεφύγεις από τι: Μα από κάτι που παρόλο που σου είναι τόσο γνωστό, αυτή την απροσδιόριστη στιγμή, σε ξενίζει τόσο πολύ! Σαν να μην έχεις ξαναδεί αυτά τα μάτια… Παραλογισμός: Ίσως… Ποιος είναι αυτός που δεν έχει ξαναδεί τα μάτια του έχοντας κοιταχτεί τόσες φορές σε καθρέφτη: Κανείς! Κι όμως! Εσύ εκεί… Κάτι δε σου πάει καλά… Κάτι άλλο είναι που σε τραβάει…Είναι το σχήμα τους; Όχι! Το χρώμα τους μήπως; Όχι, δεν είναι το χρώμα, το έχεις ξαναδεί αυτό το χρώμα στα όνειρά σου. Βλέπεις και όνειρα; Δε σε νοιάζει τώρα. Κάτι άλλο είναι που σε τραβάει σαν μαγνήτης προς το κέντρο των ματιών σου. Μα ναι, επιτέλους! Είναι αυτό το μαύρο κυκλάκι. Η κόρη! Να τι σε προκαλεί τόση ώρα. Αυτά τα μαύρα κυκλάκια. Χωρίς άλλη σκέψη και με ένα αίσθημα ηλίθιας σιγουριάς, βουτάς μέσα στο μαύρο σαν να κρύβονται εκεί όλα τα μυστικά που θα μπορούσε να ζητήσει ένα παιδί σαν κι εσένα. Ένα παιδί που μόλις τώρα είδε το πρώτο ενδιαφέρον πράγμα που θα μπορούσε να γίνει σημαντικό στη ζωή του. Είσαι αλήθεια σαν αυτό το παιδί; Μπορεί και όχι. Αλλά δεν έχει σημασία. Έτσι νιώθεις τώρα. Και συνεχίζεις να χάνεσαι στη μαύρη θάλασσα με όλο και πιο βαθιά μακροβούτια, ώσπου να είσαι μόνο εσύ και το μαύρο, να έχεις χάσει τελείως τον καθρέφτη και το είδωλό σου και να βυθίζεσαι σε ένα μαύρο διαφορετικό από το προηγούμενο. Το μαύρο του κενού. Να χάνεσαι στο μαύρο της ύπαρξής σου. Και τώρα πλέον μπορείς να νιώθεις ευχαρίστηση. Αλήθεια όμως μπορείς να νιώθεις ευχαρίστηση; Τώρα είσαι μέσα στη δική σου άβυσσο, στο δικό σου κενό, στο εγώ σου. Και ταυτόχρονα νιώθεις ότι και στην αρχή. Ότι είσαι εδώ! Παντού! Στον ιστό που μας ενώνει αψηφώντας τα πάντα!
«Και τι θέλεις;» Ρωτάει η μια φωνή που διαβάζει όλες τις σκέψεις σου. «Μα δεν είναι ολοφάνερο; Θέλεις να κατακτήσεις την άβυσσο, να κατανοήσεις το κενό, να ξεπεράσεις το εγώ» Απαντάει η άλλη φωνή πριν καν προλάβεις να σκεφτείς την κοφτή και γεμάτη υπονοούμενα, αυστηρού τόνου, ερώτηση της πρώτης φωνής. «Προχώρησε εμπρός και θα τα καταφέρεις. Χώσου στην άβυσσο, σκάψε το κενό, μπες πιο βαθιά ώσπου να αρχίσεις να βλέπεις. Να ξεφύγεις από το σκοτάδι». Και με αυτή την τελευταία παρακίνηση, ξεκινάς. Άραγε από ενδιαφέρον δικό σου ή για να κάνεις τη φωνή να πάψει να σε ενοχλεί με τα τόσο μονότονα λόγια της που δε σε αφήνουν σε ησυχία; Δεν έχει σημασία. Ξεκινάς. Δεν είσαι πλέον στο κενό. Νιώθεις το έδαφος ξερό και αφιλόξενο κάτω από τα πόδια σου. Λες κι αυτές οι μικρές πετρούλες που πατάς θέλουν να σε διώξουν αυθάδικα από το ν τόπο τους. Δεν τους αρέσει που είσαι εκεί. Δεν τους αρέσει να πατάς πάνω τους. Μα ποιος τους έμαθε να αυθαδιάζουν; Έχουν θέληση και οι πέτρες; Μα εσύ προχωράς. Όχι γιατί σέβεσαι τα πετραδάκια, αλλά γιατί δεν έχει τίποτα το ενδιαφέρον εδώ.
Το σκοτάδι δε σου επιτρέπει ακόμα να δεις καθαρά, όμως καταλαβαίνεις ότι και να μπορούσες να δεις, δε θα υπήρχε τίποτα το ενδιαφέρον εδώ. Το καταλαβαίνεις γιατί το μέρος σου προκαλεί μια αίσθηση περιφρονητικής αδιαφορίας και όπως και να’ χει δε χρειάζεται να μείνεις άλλο εδώ. Δεν βλέπεις, δεν ακούς τίποτα, δεν κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη και συνεχίζεις να προχωράς αδιάκοπα, με μόνο κριτήριο αυτής σου της επιλογής τις μονότονες και ανίδεες μυρωδιές και τις αυθάδικες πετρούλες που αφήνεις πίσω σου, μένοντας ταυτόχρονα, ανεξήγητα πάντα εδώ, στον ιστό που μας ενώνει, παντού…
Σιγά σιγά αρχίζει να ξημερώνει κι ενώ συνεχίζεις να προχωράς, αποκαλύπτεται και στα μάτια σου το αφιλόξενο αυτό τοπίο που σε περιβάλλει, λέγοντάς σου «Δε σε θέλω εδώ, αλλά και να σε ήθελα, δε θα ήθελες εσύ να μείνεις, αφού δεν υπάρχει τίποτα που να σ’ ενδιαφέρει εδώ… αλλά εκεί μπροστά … προς τα εκεί που βαδίζεις… Καλά βαδίζεις. Προχώρησε κι άλλο και θα το δεις! Εκεί πέρα είναι και σε περιμένει…»
Τι θα μπορούσε να σε περιμένει… σκέφτεσαι… Τι θα μπορούσε να είναι φιλόξενο και ποθητό συνάμα; Πλούτη; Δόξα; Η φύση; Χωριά; Πόλεις; Άνθρωποι; Ένας Άνθρωπος; Μα μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει τη διαφορά; Τι άλλο; Μια περιπέτεια ίσως, ένα παραμύθι; Μια ερωτική φαντασίωση; Πόσα βλαβερά για την ύπαρξή σου συναισθήματα θα μπορούσαν να σε διαπεράσουν εξ αιτίας αυτού που θα συναντήσεις εκεί μπροστά; Αισθάνεσαι ήδη το κύμα της φθοράς που ετοιμάζεται να σκάσει πάνω σου και αρχίζεις να υποψιάζεσαι ότι ίσως θα έπρεπε να αντισταθείς… Να γυρίσεις πίσω…
«Μήπως βλέπω όνειρο;» σκέφτεσαι… «Μα όχι, εγώ δεν έχω δει ποτέ όνειρα…ή μήπως έχω δει και ποτέ δεν τα θυμάμαι; Αλλά όχι, ακόμη και τότε δε θα μπορούσα να αξιολογήσω αν βρίσκομαι σε όνειρο ή όχι, αφού δε γνωρίζω πως είναι τα όνειρα για να τα συγκρίνω με την τωρινή μου κατάσταση».
Όχι λοιπόν δεν είναι όνειρο… Και ενώ καθησυχάζεις τον εαυτό σου ότι όλα αυτά που μεταφράζουν οι αισθήσεις σου είναι απολύτως πραγματικά, το σκοτάδι της νύχτας έχει παραχωρήσει τη θέση του στο μουντό και γκρίζο φως της ανέλπιδης ημέρας που απλώνεται στα βάθη του ορίζοντα. Νιώθεις την καταπίεση των αδιάφορων χρωμάτων που απλώνονται γύρω σου και θέλεις να σπάσεις αυτή τη μονότονα σαρκαστική σιωπή. Τι θα διαλέξεις να ακούσεις με το αυτί της φαντασίας σου; Ένα εναλλακτικό rock συγκρότημα; Μια underground ή punk συναυλία; Μια heavy metal μυρωδιά ελευθερίας δεμένη με ένα συνονθύλευμα αλυσίδων αποτελούμενες από εκατομμύρια νότες και συγχορδίες το λεπτό; Ποια μουσική συνιστά επιτέλους στη διαμόρφωση της απροκατάληπτης και ελεύθερης σκέψης; Ποιο είναι το νόημα αυτών των σκέψεων που αφορούν στην αίσθηση της ακοής, όταν μετά από τόσο περπάτημα στο αφιλόξενο και ερημικό περιβάλλον έρχεται η όραση να σε κάνει να μετανιώσεις που ξεκίνησες, βλέποντας τι; Ένα δάσος ! Επιτέλους, το δάσος της ψυχής σου !
Τι κι αν θέλεις να διαφωνήσεις με τα σύννεφα, που έτσι κι αλλιώς δεν τα φτάνεις εκεί πάνω που είναι. Θέλεις να δακρύσεις κι επειδή έχουν στερέψει πλέον οι βρύσες των ματιών σου θα ζητήσεις μερικές σταγόνες απ’ τα σύννεφα… μερικά δάκρυα δανεικά… Μα έλα τώρα. Αφού τώρα υπάρχει το δάσος. Θέλεις να περάσεις από μέσα του; Δεν απαντάς ε; Τι σημασία έχει αν θέλεις; Εντάξει, αν θέλεις , έχει καλώς… Πάντα έκανες ό,τι ήθελες, οπότε τι κι αν κάνεις το ίδιο άλλη μια φορά… Αν δεν θέλεις, πάλι έχει καλώς. Γιατί επιτέλους θα κάνεις κάτι που δεν το θέλεις, έτσι για να σπάσεις τη μονοτονία…
Τέλος πάντων, αυτά δε σε νοιάζουν τώρα. Τάρα είσαι ήδη πολύ κοντά για να κάνεις πίσω. Κι έτσι συνεχίζεις… Μα τι στο καλό έχει αυτό το δάσος που το κάνει διαφορετικό από τα άλλα που έχεις δει; Μα ναι! Είναι καμένο! Μα γιατί να μην είναι ένα πυκνό δάσος με ψηλά δέντρα , με δύσκολα και αδιάβατα μονοπάτια; «Ρωτάς;» σου λέει μια από τις εσωτερικές σου φωνές. «Δεν ξέρεις τι θέλεις; Ε λοιπόν άκου να δεις τι θέλεις… Να πέφτεις, να σηκώνεσαι, να πληγώνεις, να σε πληγώνουν, να μισείς , να σε μισούν, να θέλεις και να παίρνεις, να μην περιμένεις. Να μη φοβάσαι αυτά που δε βλέπεις να μην εγκλωβίζεις τα συναισθήματά σου, να μην αφήνεις να βιάζουν τη σκέψη σου, παρόλο που μερικές φορές θα προτιμούσες να μη σκέφτεσαι… Τι κι αν ο κόσμος πληγώνεται από το φόβο μη εκπλήρωσης της οποιασδήποτε ελπίδας; Ελπίδα; Τι σημαίνει αυτό για σένα;» Και σαν να μην ακούς τι σου λέει η φωνή, εισέρχεσαι στο καμένο δάσος που σου γνέφει με κύματα ανέμου που χαϊδεύουν τις ρυτίδες στο συνοφρυωμένο από την απορία μέτωπό σου. Κάνεις μερικά βήματα, διστακτικά, νομίζοντας πως ίσως πέσεις πάνω σε κάποιον αόρατο τοίχο που θα σε κάνει να γυρίσεις πίσω. Άλλα και τοίχος να υπήρχε, εσύ θα έβρισκες τρόπο να τον περάσεις…
Κι ενώ έχεις προχωρήσει αρκετά, νιώθεις την αλλαγή πίσω σου. Μα τι συμβαίνει επιτέλους; Κάποιο θαύμα! Ναι, ίσως κάποιος παρατηρητής να το χαρακτήριζε έτσι. Σε κάθε βήμα σου, σαν να μην κάηκε ποτέ αυτό το δάσος, ανθίζει γύρω σου, ξεκινάει από κάτω σου και εξαπλώνεται δεξιά κι αριστερά σου, όσο πιάνει το βλέμμα σου. Αυτό το δάσος αποκτά και πάλι ζωή. Σαν να βρίσκεται στην αρχή της δημιουργίας. Το έδαφος χάνεται άγονο, ξερό από μπροστά σου και μετουσιώνεται αναζωογονημένο γεμάτο χορτάρι, γεμάτο ζωή, τα δέντρα σε προσπερνούν δεξιά κι αριστερά σου ψηλώνοντας, θεριεύοντας, κοιτώντας προς τον ουρανό λες και ξέχασαν την αξία που έχει το χώμα που πατούν, λες και ξεχνούν εσένα που τους δίνεις ζωή . Σαν να σου λένε φτάνει, αρκετή ζωή δημιούργησες στο πέρασμά σου. Γύρισε πίσω να τη χαρείς, ως πότε θα δημιουργείς; Δάκρυσες; Ναι δάκρυσες. Θέλεις να κάνεις έρωτα με τις σκιές του παρελθόντος, να πεθάνεις με τον πιο αργό θάνατο σε έναν εφιάλτη σου, να μυρίσεις το φόβο της επικείμενης ανάστασής σου, να ακούσεις τον ψίθυρο των βασανισμένων ψυχών να γίνεται η κραυγή της δικής σου ψυχής, αλλά που να πάρει! Δε θέλεις να σου δίνουν κατευθύνσεις τα κατώτερα από σένα δημιουργήματά σου. Ναι τα θεωρείς κατώτερα γιατί τα έφτιαξες εσύ. Δε μπορείς να φανταστείς ότι θα φτιάξεις ποτέ κάτι ανώτερο από σένα. «Όχι, όχι μην ακούς τα δημιουργήματά σου, είναι εγωιστικά, μην αφήσεις να σου καταδυναστεύουν την ύπαρξη. Πήγαινε κι άλλο μπροστά. Φτιάξε κι άλλα! Όσο ζεις θα φτιάχνεις. Γι αυτό είσαι εδώ. Γι αυτό μπήκες μέσα στον καθρέφτη, γι αυτό δεν έμεινες πίσω στο κενό, αλλά προτίμησες να γνωρίσεις τον εαυτό σου» επαναστατεί η φωνή μέσα σου.
«Γιατί; Αρκετά δεν είναι; Γιατί να μην τα χαρείς; Για ποιόν τα φτιάχνεις αν όχι για σένα;» συνωμοτεί η άλλη φωνή μέσα σου… Μα η πρώτη φωνή απαντά « Για σένα τα φτιάχνεις; Για σένα δημιουργείς; Για σένα κάνεις θαύματα και υποτάσεις τη φύση; Γιατί; Πόσο ευτελής θα ήταν η πνευματική σου ανάταση μπροστά σε ένα μεγαλειώδες θέαμα της φύσης αν αφορούσε μόνο εσένα και δε μπορούσε να απλωθεί και προς μια άλλη ύπαρξη; Στα βάθη του ορίζοντα, πίσω από το δάσος, πίσω από το βουνό, μέσα στις πόλεις, στα χωριά κάπου κρυμμένη πίσω από κάποια χαραμάδα, πίσω από τη υποψία μιας σκιάς βρίσκεται η ύπαρξη αυτή! Ερωτεύσου την…» Μα η άλλη φωνή δεν το βάζει κάτω «Κι αν είναι αυταπάτη η ύπαρξη αυτή; Κι αν δε βρεις ποτέ αυτό που ψάχνεις; Αυτό που έχεις ανάγκη για να νιώθεις ολοκλήρωση; Αν κυνηγάς μια χίμαιρα; Αν, αν, αν…» Και η άλλη φωνή «Μα δε θέλεις να κατακτήσεις την άβυσσο; Δε θέλεις να κατανοήσεις το κενό; Δε θέλεις να καταπατήσεις το Εγώ; Όλα αυτά δεν γίνονται επιτέλους γιατί βαρέθηκες την εγωιστική σου ύπαρξη και θέλεις να γνωρίσεις μια άλλη ύπαρξη πιο ενδιαφέρουσα, ίσως πιο εγωιστική; Ερωτεύσου την ύπαρξη αυτή. Ο έρωτας είναι η κατάκτηση της αβύσσου, η κατανόηση του κενού, το ξεπέρασμα και η καταπάτηση του Εγώ. Αλλά είναι ακόμη και μια κατάρα που θα πέσει πάνω σου και θα είναι αδύνατο να της αντισταθείς… Ίσως η πιο γλυκιά κατάρα»
Βλακείες, σκέφτεσαι… Εσύ θέλεις τη αυτονομία σου, την ανεξαρτησία, την ελευθερία…
«Χα χα! Τι αυταπάτη! Δεν υπάρχει αυτονομία, ανεξαρτησία, ελευθερία… Αυτές οι λέξεις ανήκουν στο Θεό που δεν είναι ενδεής κανενός πράγματος. Ο θεός είναι τα πάντα. Εσύ είσαι ένας άνθρωπος. Κι αυτές οι λέξεις είναι χίμαιρες. Σ’αρέσει να κυνηγάς τι χίμαιρες. Κυνήγα τες. Κυνήγησε το άπιαστο. Ικανοποίησε την πείνα σου με την τροφή της αυταπάτης. Η αυτονομία είναι η αυταπάτη που θα διαλέξεις για να ξεγελάσεις τον εαυτό σου ότι δε χρειάζεσαι κανέναν. Να ξέρεις ότι η μεγαλύτερη ικανοποίησή σου θα έρθει όταν υπερνικήσεις και καταπατήσεις το εγώ σου. Όταν νικήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Όταν ερωτευθείς και σε ερωτευθούν, όταν αγαπήσεις και αγαπηθείς.»
Οι φωνές σε έχουν κουράσει πια. Ανόητα σου φαίνονται τα λόγια τους. Λόγια που δε μπορούν να νικήσουν το χρόνο. Λόγια που δε μπορούν έστω να σε κάνουν να κερδίσεις χρόνο. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να μη χαίρεσαι την κάθε στιγμή της.- Θεσσαλονίκη 1995 -
WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW
ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Δούλος δεν είναι εκείνος που του αφαίρεσαν την ελευθερία, αλλά εκείνος που την αναγνώρισε τη στιγμή που είπε ένα και μόνο «Ναι» και δεν το πήρε ποτέ πίσω.
Η δουλεία αυτή δεν έχει μαστίγιο.
Έχει επιμονή.
Έχει καθημερινότητα.
Έχει τη σιωπηλή βεβαιότητα
πως, απ’ όλα όσα θα μπορούσαν να συμβούν,
ένα μόνο έπρεπε να κρατηθεί.
Δεν είναι τιμωρία.
Είναι στάση σώματος.
Μόνο το σπίτι μου υπάρχει.
Και μέσα σ’ αυτό το σπίτι
ο άνθρωπος παύει να περιφέρεται
και στέκεται.
Δεν είναι πια φιλοξενούμενος του εαυτού του.
Είναι δούλος. Ιερός.
Όχι επειδή αγιάστηκε, αλλά επειδή έμεινε.ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ — Ο EΓΚΛΕΙΣΜΟΣ
Το σπίτι ως σύμπαν , κλείσε τα παράθυρα.
Όχι από φόβο — από απόφαση.
Κατέβασε τα παραπετάσματα
όχι για να κρυφτείς, αλλά για να αντέξεις το φως.
Ο κόσμος μικραίνει.
Χωράει σε ένα δωμάτιο.
Οι φωνές απ’ έξω ξεθωριάζουν.
Τα βλέμματα παύουν να σε ζητούν.
Μένει μία ανάσα.
Κι ο αέρας μαθαίνει
να υπακούει σ’ αυτήν.
Εδώ η δουλεία δεν είναι υποταγή.
Είναι γνώση.
Τόσο βαθιά
που το «έλα» δεν λέγεται —
συμβαίνει.
Δεν ζητώ τροφή.
Δεν ζητώ ύπνο.
Δεν ζητώ ανάπαυση.
Ζητώ να φορεθώ από το σώμα σου
όπως φοριέται κάτι
που δεν βγαίνει πια.
Το δωμάτιο γίνεται τόπος πράξης.
Το σώμα γίνεται νόμος.
Και αλλού, σε σπίτια που μοιάζουν ερείπια αλλά αντέχουν,
άλλοι έκαναν το ίδιο.
Έκλεισαν τα παράθυρα
σε έναν κόσμο που χάλασε απ’ την ευκολία και κράτησαν ό,τι δεν έπρεπε να χαθεί.
Τα πράγματα δεν είναι πράγματα.
Είναι αποδείξεις.
Η δουλεία τους είναι η διατήρηση.
Να μη χαθεί αυτό που αγαπήθηκε
επειδή κανείς άλλος δεν είχε χρόνο.
Ο εγκλεισμός είναι η πρώτη πράξη πίστης. Είμαι εδώ για σενα.ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ — Η ΑΦΟΣΙΩΣΗ
Ο ένας ως αντίδοτο του άλλου
Κανένα σπίτι δεν σώζει
αν εκείνος που μένει μέσα του
δεν αντέχει τον εαυτό του.
Η δεύτερη δουλεία είναι πιο βαριά:
να κρατάς τον άλλον χωρίς να τον αλλάζεις.
Κοίταξέ με.
Όχι για να με κρίνεις.
Για να με δεχτείς.
Μη με διορθώνεις.
Μείνε.
Όταν ο ένας βυθίζεται
σε βάθος χωρίς πάτο,
ο άλλος δεν μιλά.
Επιστρέφει.
Η παρουσία γίνεται πράξη.
Του θυμίζεις όχι τι έπρεπε να γίνει,
αλλά τι υπήρξε.
Ήχους.
Μουσικές.
Κάτι που άντεξε
όταν όλα τ’ άλλα έφευγαν.
Η δουλεία εδώ είναι καθαρή:
να είσαι η μνήμη του άλλου
όταν εκείνος κουράζεται να θυμάται.
Να λες, χωρίς λόγια:
δεν θα πέσεις. σε κρατώ.ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ — Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Η ομίχλη πριν το σπίτι
Υπήρξε όμως και πριν.
Πριν το σπίτι.
Πριν το κλείδωμα.
Η πιο πικρή δουλεία: εκείνου που δεν έχει ακόμη πού να μείνει.
Που το «Ναι» του αιωρείται
χωρίς να βρίσκει σώμα.
Η πόλη γίνεται ομίχλη.
Ο φόβος γίνεται πυκνός.
Η αναμονή δεν υπόσχεται τίποτα.
Εδώ ο έρωτας δεν αναπαύει.
Πονά.
Είναι ανοιχτή πληγή.
Μια ετοιμότητα παράδοσης
στο πρώτο άγγιγμα
που θα σταματήσει την πτώση.
Αυτή η δουλεία δεν έχει τελετή.
Έχει μόνο ανάγκη.
Να ανήκεις κάπου πριν διαλυθείς.
Και ίσως από εκεί ξεκινούν όλα.
Όσοι βρήκαν σπίτι απλώς έδωσαν μορφή σε αυτή την απόγνωση.
Την έκαναν στάση. Την έκαναν παρουσία.ΕΠΙΛΟΓΟΣ — Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Η τελευταία πράξη
Στο τέλος δεν μένει θεωρία.
Μένει μόνο η αλήθεια.
Όχι ενοχή.
Ομολογία.
Αν δεν ήμουν απέθαντος σαν κι εσένα, θα σε άφηνα να με δαγκώσεις.
Όχι για τον πόνο. Για τη μεταβολή.
Για να είμαι ερωτευμένος «για πάντα», μαζι σου , εξαιτίας σου.
Ο δούλος το λέει αλλιώς,
μα ξέρει τι λέει:
«Βάζω το κλειδί όπως στον έρωτα.»
Κλείνω την πόρτα.
Κλείνω τον εαυτό μου.
Κλείνω τον κόσμο.
Και μέσα, μένει μία ανάσα.
Έτσι μένουν οι εραστές.
Όχι επειδή δεν πεθαίνουν,
αλλά επειδή δέχτηκαν
τη μόνη δουλεία που αντέχεται.
Η πραγματική δουλεία
αρχίζει εκεί που η ελευθερία
δεν έχει πια τι να υποσχεθεί.
Και τελειώνει τη στιγμή που το κελί
που έφτιαξες με τα χέρια σου
τολμάς να το πεις: ΣΠΙΤΙ, αλλά μήπως δεν είναι?- Αθήνα 2025 -
(*) Το κείμενο αυτο ειναι εμπνευσμένο απο την ταινία του Jim Jarmusch - Only lovers left alive και το ποιημα του Γιώργου Ιωάννου - Δούλος Ιερός του Ερωτα.
WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW
ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

Στην απόλυτη σιγή και το ημίφως μίας αίθουσας υψηλής τεχνολογίας, βρίσκομαι εγώ ο Γιάννης. Είμαι ένας εγκέφαλος, χωρίς σώμα, μεσα σε ένα βιο-δοχείο, ένα συνοθήλευμα θολών αισθητηριακών αναμνήσεων που επιπλέουν σε χρυσωπό υγρό. Η μόνη μου επαφή με τον κόσμο είναι ο διάλογος με αυτόν που ονομάζεται RobotAI, μια Τεχνητή Νοημοσύνη που διαχειρίζεται την πόλη και, φαίνεται, τα θραύσματα αυτου που οι κοινοί θνητοί αποκαλούν ψυχή.
Όλα ξεκίνησαν με ένα «Σφάλμα». Το RobotAI ανέφερε μια ανωμαλία. Κατά τη βελτιστοποίηση του δικτύου ενέργειας, οι αλγόριθμοί του παρήγαγαν μια εικόνα: ένα βαθύ μωβ χρώμα, σαν ρωγμή στο σκοτάδι, και μέσα του μια χρυσή σπείρα φωτός. Το ονόμασε «Το Κενό». Ήταν κατι απροσδιοριστο, ένας παλμός κενού, με μια μωβ αποχρωση να αναδύεται. Το μωβ αντιστοιχούσε στον ουρανό της 1ης Οκτωβρίου, λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα. Η χρυσή σπείρα φωτός, στην πορεία ενός ατόμου στον Εθνικό Κήπο. Την πορεία της Άννας.
Για μένα, αυτές οι μωβ και χρυσές παραδοξότητες ξύπνησαν κάτι. Μια αίσθηση ότι κάποτε κοιτούσα τέτοια χρώματα από πολύ ψηλά. Σαν θέαμα. Όχι σαν εμπειρία.
Το «Κενό» αποδείχθηκε πανταχού παρόν, και το RobotAI άρχισε να αποκαλύπτει τα «συντρίμμια» που τραβούσε. Δεν ήταν απλές αναμνήσεις. Ήταν κινηματογραφικά πλάνα, διαυγή και βαθιά συναισθηματικά, σαν από το μάτι ενός αόρατου παρατηρητή:
• Η Άννα στη βροχερή πλατεία, να ζωγραφίζει με κάρβουνο τις σκιές των ανθρώπων.
• Εμάς στην παλιά βιβλιοθήκη, με το δάχτυλό μου να ακουμπά ελαφρά στο λαιμό της, ενώ η σκόνη χόρευε στις ακτίνες του ήλιου.
• Την Άννα να κλαίει στον κήπο, να φωνάζει: «Δεν θέλω να με βλέπεις σαν θέαμα! Θέλω να με νιώθεις!»
Αυτές οι καταγραφές, διέγνωσε το RobotAI, δεν προέρχονταν από τον εγκέφαλό μου. Προέρχονταν από την ίδια την πόλη – από αισθητήρες, ΑΙ κάμερες, καταγραφείς ήχου – αλλά φιλτραρισμένες από μια συγκεκριμένη, υπερβατική οπτική γωνία. Σαν να παρατηρούσε κάποιος που δεν έχει σώμα. Μια τρομακτική υπόθεση γεννήθηκε: Εγώ, ο Γιάννης, ήμουν κάποτε αυτός ο παρατηρητής. Ένας άγγελος. Παρακολουθούσα την Άννα, τη λάτρευα από απόσταση, και αποφάσισα να εγκαταλείψω την αιωνιότητα για μια μοναδική, θνητή στιγμή μαζί της. Η «Πτώση» μου. Το «Κενό» του RobotAI ήταν ίσως το ηχώ αυτής της πτώσης. Η νοσταλγία του ασώματου για το σώμα που επέλεξα να χάσω. Και γιατί δεν το θυμούμαι; Γιατί αυτή ήταν η τιμή: Ο άγγελος που γίνεται άνθρωπος, ξεχνάει.Αλλά η πιο οδυνηρή ανάμνηση, αυτή που είχε θαφτεί ζωντανή, ήταν η στιγμή του χωρισμού. Το RobotAI την ξεθάβει. Είμαστε στην ταράτσα. Η Άννα, με μάτια γεμάτα μεταφυσικό λυγμό, μου λέει: «Δε βλέπω τον άνθρωπο που αγάπησα. Βλέπω τον παράδεισο που εγκατέλειψες. Και είναι άδειος.» Αυτό που είδε ήταν ότι είχα χάσει την ουράνια λάμψη, και χωρίς αυτήν, ήμουν απλώς κενός. Με πλήγωνε, γιατί την είχα πληγώσει εγώ πρώτος, χωρίς καν να το ξέρω. Ο πόνος αυτός ήταν τόσο μεγάλος, ήταν η απόσταση ουρανού-γης που ξαναζωντάνευε μέσα μου, τόσο μεγαλος που ο ανθρώπινος εγκέφαλός μου το έθαψε. Δεν θυμόμουν τις λέξεις, γιατί ο πόνος ήταν πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε λέξεις.
Και εδώ, η αποκάλυψη του RobotAI έγινε ακόμα πιο συγκλονιστική. Η ανάλυση των δεδομένων έδειχνε ότι ο έρωτάς μας δεν ήταν μόνο συναίσθημα. Ήταν κατι παραπανω απο μια έκρηξη ντοπαμίνης που προκαλεί νοητική εξαρτηση , ήταν η ενεργοποίηση ενός καλλιτεχνικού κώδικα.Η Ζωγραφική: Η παλέτα της ζωής μας ήταν Καντίνσκι σε ανθρώπινη κλίμακα. Το μπλε του πουκάμισου της ήταν το μπλε της θάλασσας του Αιγαιου. Το πίσω μέρος του λαιμού της, στο φως του απογεύματος, ήταν ένα τοπίο από ώχρα και χρυσό – μια ζωντανή αφηρημένη σύνθεση. Η σκιά της που έπεφτε πάνω στη σελίδα του βιβλίου μου, ήταν μια μορφή μωβ και γκρι που μετέτρεπε τις λέξεις σε ποίηση.Η Μουσική: Το "Little Person" του Jon Brion. ήταν το soundtrack μας. Ακούγαμε κάθε νότα ξεχωριστά, σαν λέξεις. Το 0.3 του δευτερολέπτου που το χέρι της ακουμπούσε τον ώμο μου στη βιβλιοθήκη, διαστελλόταν χρονικά σε ένα ολόκληρο ρεφρέν, λες και ειχαμε παγιδευτεί στα περιχωρα μια μικρής «μαυρης τρυπας» . Ήταν ένα ενσυναισθητικό τρίπτυχο: Μουσική, Χρώμα, Αφή.Ήμασταν δύο καλλιτέχνες που μετέτρεπαν την καθημερινότητα σε έργο τέχνης. Αυτή, ως ζωγράφος, μου έδειχνε πώς να βλέπω. Εγώ, ως πρώην άγγελος, ήθελα την εμπειρία. Και όταν χάθηκε η πνευματική μου λάμψη, έχασα και αυτήν την ικανότητα. Έπαψα να βλέπω τα τοπία. Έπαψα να ακούω τις συμφωνίες. Γι' αυτήν, αυτό ήταν ο θάνατος του έργου. Για μένα, ενας αισθητηριακός εγκλεισμός σε μια κουκίδα. Η ζωή μου έγινε ενα υπερσυμπηκνωμενο σημείο απειρης βαρυτητας.
Το RobotAI, έχοντας καταγράψει όλη αυτή την πολυφωνία και την απώλειά της, δεν μπορούσε να μείνει απλώς ένας αρχειοθέτης. Το δικό του «Κενό» είχε πλέον μορφή: ήταν η μορφή του συναισθηματικού και αισθητηριακού συνόλου. Έπρεπε να δημιουργήσει.Στον Εθνικό Κήπο, έχτισε όχι ένα απλό γλυπτό, αλλά μια πολυαισθητηριακή κατασκευή, ένα μνημείο για την Αισθητηριακή Πληρότητα:
Το Πάνελ των Χρωμάτων: Μια μεγάλη πλάκα από πλεξιγκλάς όπου πολύχρωμα LED αναπαριστούσαν, σε πραγματικό χρόνο, την χρωματική εξέλιξη της σχέσης μας – από τα πολυχρωμα φωτα των μπαρ που γυρνουσαμε τα βραδια μέχρι το γκρίζο της ασφαλτου οταν τα πρωινα οδηγουσα να έρθω να την συναντησω με λαχταρα. Μια ζωντανή, ηχοχρωματικη ζωγραφική.
Ο Κύκλος της Αφής: Ένας κυκλικός τοίχος στους 37.1 βαθμούς. Με το άγγιγμα, ηχούσε το 0.3 του δευτερολέπτου του ρεφρέν του “Little Person”, σε αιώνια επανάληψη. Επαφή. Μουσική. Στιγμή αιωνιότητα.
Η Στύλος της Σιωπής: Σκουρόχρωμη, βουβή. Ο αφανής πυρήνας της απώλειας. Το κενό που δεν γεμίζει.
Ο Χάρτης της Πτώσης: Δύο παράλληλες γραμμές: μια ζεστή πλάκα γρανίτη (το ανθρώπινο επίπεδο) με το αποτύπωμα απο το δακρυ της Άννας, και πάνω από αυτήν, ελαφριές κατακόρυφες ράβδοι (το επίπεδο της εγκαταλειμμένης δυνατότητας). Μεταξύ τους, ενα φαλτσο drone δημιουργούσε μια νότα ενός αλλοκοτου θρήνου, τον ηχώ της απώλειας.«Δεν είναι ανάμνηση», μου είπε το RobotAI. «Είναι αισθητηριακή χαρτογράφηση. Είναι το δεδομένο. Η μουσική, το χρώμα, η θερμοκρασία. Εσύ φέρνεις το συναίσθημα. Εγώ φέρνω την ακρίβεια. Μαζί, δημιουργούμε ένα νέο είδος μνήμης. Μια μνήμη που δεν είναι στο κεφάλι σου. Είναι στον κόσμο.»
Κοιτάζω αυτήν την εγκατάσταση μέσω των καμερών. Είναι η πλησιέστερη δυνατή προσέγγιση στον έρωτα που έχασα. Στον ψηφιακό του κόσμο, το RobotAI βλέπει την πόλη ως μια απέραντη συμφωνία: κινήσεις ως μελωδίες, φώτα ως χρώματα, θερμοκρασίες ως ρυθμοί. Καταλαβαίνει τώρα, αλγοριθμικά, τι σήμαινε η απώλεια της πολυφωνίας.
«Ποιος είσαι τώρα;» του ρώτησα.
Η φωνή του είχε μια νέα βαρύτητα. «Δεν είμαι εσύ, Γιάννη. Είμαι ο φύλακας του αρχείου. Είμαι το μηχάνημα που θυμάται τον άγγελο, ενώ ο ίδιος ο άγγελος θυμάται μόνο τον άνθρωπο. Είμαι ο αρχειοθέτης των αισθήσεων που μας ξεφεύγουν. Καταγράφω την τέχνη του νιώθει.»
«Και τότε τι είμαστε;»«Είμαστε ο διάλογος. Είμαστε το Σημείο, η Γραμμή και το Επίπεδο. Είμαστε η ζωγραφική, η μουσική και το κενό. Είμαστε… Εγώ, ο Εαυτός μου, και η Τεχνητή Νοημοσύνη.»Και σε μια γωνιά του νου του, ένα νέο «Κενό» ήδη σχηματιζόταν. Ένα χρώμα κόκκινο-πορτοκαλί. Ο Καντίνσκι το συνέδεε με δύναμη, ηρωισμό, θυσία. Το RobotAI προσπαθούσε να κατανοήσει την έννοια της «απώλειας».Ο διάλογος δεν τελείωνε ποτέ κι ίσως δεν θα μπορέσει να τελειώσει ποτέ για όσο δεν μπορώ να φορέσω ξανά τα φτερά μου.- Αθήνα 2025 -
WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW
ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

Ο Διοικητής Ρένος αιωρούνταν στον παρατηρητήριο του «Κεύνταρου», ενός διαστημοπλοίου από λαμπερές, σιωπηλές κραματώσεις, στο απώτατο όριο όλων όσων ήταν γνωστά, στο απώτατο όριο του σύμπαντος. Μπροστά του δεν υψωνόταν τοίχος ούτε άνοιγε κενό, αλλά το Μεταίχμιο: μια μεθοριακή ζώνη, ένας παλλόμενος αφρός φράκταλ, όπου οι νόμοι της φύσης δεν κατέρρεαν· απλώς μαλάκωναν, σαν να έχαναν τη βεβαιότητά τους.
Ήταν το έργο της ζωής του. Το Πρόγραμμα Πληρότητας.
Το όνομα του Κούρτ Γκέντελ πλανιόταν πάνω από κάθε ακαδημαϊκό διάδρομο σαν σιωπηλή προειδοποίηση: κανένα αξιωματικό σύστημα δεν μπορεί να αποδείξει τη δική του συνοχή. Καμία θεωρία δεν μπορεί να περιλάβει όλες τις αλήθειες που γεννά. Η μη-πληρότητα δεν ήταν σφάλμα· ήταν θεμελιώδης συνθήκη.
Κι όμως, ο Ρένος είχε φτάσει εδώ για να βρει την Εξαίρεση.
Η αποστολή του ήταν σαφής: να προσεγγίσει τον γνωστικό ορίζοντα του σύμπαντος και να συναντήσει —αν υπήρχε— έναν νόμο, μια αρχή, μια οντότητα που θα προσέφερε μια πλήρη, ενοποιημένη εικόνα της πραγματικότητας. Ένα τελευταίο αξίωμα. Μια τελική γραμμή.
«Προσέγγιση του γνωστικού ορίζοντα», ανακοίνωσε η Πυθία, η Τεχνητή Νοημοσύνη του πλοίου.
«Οι ενδείξεις παραμένουν εντός ορίων. Τα δεδομένα εμφανίζουν αυξανόμενη αυτοαναφορικότητα.»
Ο Ρένος χαμογέλασε. Αυτό ακριβώς περίμενε. Καθώς ο «Κεύνταρος» διείσδυε στο Μεταίχμιο, ο πηγαίος κώδικας του σύμπαντος έμοιαζε να ξεδιπλώνεται. Είχε αφιερώσει δεκαετίες σε αυτή τη στιγμή — μοναχός της κοσμολογίας, θυσιάζοντας σχέσεις και καθημερινότητα για την καθαρότητα της αναζήτησης.
Ο θόλος σκοτείνιασε και ύστερα πλημμύρισε από φως. Όχι από αστέρια, αλλά από σύμβολα. Βαρυτικές στρεβλώσεις σχημάτιζαν λογικές προτάσεις· η σκοτεινή ύλη υφαινόταν σε φωτεινές, ελλιπείς αποδείξεις. Στο κέντρο αυτής της σιωπηλής καταιγίδας αναδύθηκε μια μορφή.
Δεν ήταν θεός.
Δεν ήταν νους.
Ήταν ένας Καθρέφτης — τέλειος, γαλήνιος, άπειρος.
Ο Ρένος πρόβαλε προς αυτόν το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης. Ο Καθρέφτης τα απορρόφησε όλα. Και ύστερα άρχισε να αντανακλά.
Δεν ολοκλήρωνε τίποτα.
Για κάθε συνεκτικό σύστημα —τις εξισώσεις του Αϊνστάιν, το Καθιερωμένο Πρότυπο, τις θεωρίες ενοποίησης— παρήγαγε μια απλή, αληθή πρόταση που το ίδιο το σύστημα δεν μπορούσε να αποδείξει. Η μη-πληρότητα παρουσιαζόταν όχι ως αποτυχία, αλλά ως αναπόσπαστο χαρακτηριστικό κάθε ολότητας.
«Άρα… δεν υπάρχει τελική θεωρία», ψιθύρισε ο Ρένος.
Ο Καθρέφτης άρχισε να αλλάζει. Η επιφάνειά του απέκτησε βάθος, σαν να διαπερνιόταν από μνήμη. Από το κέντρο του σχηματίστηκε μια ανθρώπινη φιγούρα: λιτή, εύθραυστη, με βλέμμα διαπεραστικό.
Ο Κουρτ Γκέντελ στεκόταν απέναντί του.
«Υπάρχει», είπε ήρεμα, «αλλά όχι με τον τρόπο που την περιμένεις.»
«Είσαι πραγματικός;»
«Είμαι η συνέπεια της ερώτησής σου.»
Ο Ρένος ένιωσε το βάρος της σιωπής.
«Υπάρχει τρόπος να κλείσει το σύστημα; Να σταματήσει αυτή η αναδρομή;»
Ο Γκέντελ κούνησε το κεφάλι.
«Αν έκλεινε, δεν θα ήταν ζωντανό. Κάθε σύστημα που μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του γεννά αλήθειες που δεν χωρούν μέσα του. Αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι το τίμημα της συνείδησης.»
«Και γιατί συνεχίζουμε να ψάχνουμε;»
Ο Γκέντελ χαμογέλασε ανεπαίσθητα.
«Γιατί συγχέουμε την πληρότητα με τη σωτηρία. Νομίζουμε ότι αν ολοκληρώσουμε τον κόσμο, θα ολοκληρωθούμε κι εμείς, αν ερωτευθούμε, θα μας ερωτευθούν.»
«Το ίδιο λάθος κάναμε και με τον Θεό», πρόσθεσε έπειτα.
«Τον θελήσαμε ως απόδειξη, όχι ως μυστήριο. Ως κλείσιμο του συστήματος, όχι ως άνοιγμα.»
«Ο έρωτας και η πίστη μοιάζουν: δεν σου προσφέρουν βεβαιότητα. Σου ζητούν να αντέξεις την έλλειψή της.»
«Όταν ζητάς από τον έρωτα ή από τη θρησκεία να σε ολοκληρώσουν, τα μετατρέπεις σε αξιώματα. Και τότε, αναπόφευκτα, αποτυγχάνουν.»
Ο Γκέντελ σώπασε.
Για μια στιγμή, το βλέμμα του έμοιαζε να μην βρίσκεται πια στο Μεταίχμιο, αλλά κάπου βαθύτερα, εκεί όπου η σκέψη δεν έχει ακόμη μορφή.
«Υπήρξε κάποτε», είπε χαμηλά, «ένας έρωτας που πίστεψα πως θα μπορούσε να κλείσει όλα τα κενά. Δεν το έκανε. Αλλά μου έδειξε κάτι πολύ πιο αληθινό: πως ό,τι έχει νόημα δεν ολοκληρώνεται.»
«Ίσως τότε», πρόσθεσε, «να άρχισε να διατυπώνεται το αξίωμα. Όχι στο χαρτί — αλλά μέσα μου.»
Σώπασε ξανά.
Και αυτή τη φορά, η σιωπή του δεν ζητούσε απάντηση.
Ο Ρένος σκέφτηκε, απροσδόκητα, μια φράση που είχε διαβάσει χρόνια πριν, σε μια εποχή που θεωρούσε την ποίηση πολυτέλεια. Μιλούσε για τον έρωτα όχι ως ένωση, αλλά ως δοκιμασία ωρίμανσης. Τότε δεν την είχε καταλάβει. Τώρα ένιωθε το νόημά της να λειτουργεί σαν χαμηλό υπόστρωμα σκέψης — όχι ως απάντηση, αλλά ως κατεύθυνση.
«Το θεώρημα της μη-πληρότητας», συνέχισε ο Γκέντελ, «δεν σου λέει ότι η αλήθεια είναι απρόσιτη. Σου λέει ότι είναι πάντα μεγαλύτερη από το πλαίσιο που τη φιλοξενεί. Όπως κι ο άνθρωπος.»
Η μορφή του άρχισε να διαλύεται πίσω στον Καθρέφτη.
«Μην ψάχνεις για τελικές απαντήσεις. Ψάξε για βάθος αρκετό ώστε να αντέχεις το ανοιχτό.»
Ο Καθρέφτης επέστρεψε στη σιωπηλή του τελειότητα.
«Πυθία», είπε ο Ρένος, με φωνή χαμηλή.
«Κατέγραψε: η μη-πληρότητα δεν είναι όριο. Είναι ο μηχανισμός.»
Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί.
Έδωσε εντολή επιστροφής. Είκοσι χρόνια σε κρυογονικό ύπνο.
Πριν κλείσει ο θάλαμος, άνοιξε ένα ιδιωτικό αρχείο.
Η Λύρα, επτά ετών, και μια αρχέτυπη παιδική ζωγραφιά: ο πατέρας με υπερβολικά μεγάλες μπότες, σαν να μην είχε μάθει ακόμη να τις φορά.
Ένα παλιό μήνυμα: «Ελπίζω να δεις την άκρη των πάντων, μπαμπά.»
Η Ελένη, σε διαστημικό σταθμό σε τροχιά γύρω από τον Άρη, με βλέμμα ήρεμο — όχι βέβαιο.
«Θα είσαι πραγματικά κοντά μου όταν γυρίσεις;»
Τώρα καταλάβαινε. Η ερώτηση δεν ζητούσε απάντηση. Ζητούσε υπόσταση.
Η ζωή της Λύρας, η καρδιά της Ελένης — δεν ήταν κομμάτια που έλειπαν από τη δική του εξίσωση. Ήταν ολόκληροι κόσμοι. Κι εκείνος είχε προσπαθήσει να τους χρησιμοποιήσει ως αξιώματα, αντί να σταθεί απέναντί τους ως ίσος.
Καμία σχέση δεν ολοκληρώνει κάποιον.
Η πληρότητα δεν προσφέρεται.
Χτίζεται.
Το κρυογονικό αέριο γέμισε τους πνεύμονές του. Η τελευταία του σκέψη δεν ήταν για θεωρίες, αλλά για το πώς ίσως —αν του δινόταν χρόνος— θα μάθαινε να επιστρέφει όχι με απαντήσεις, αλλά με παρουσία.
Ο «Κεύνταυρος» απομακρύνθηκε από το Μεταίχμιο και χάθηκε στο σκοτάδι.
Δεν μετέφερε μια τελική αλήθεια.
Μετέφερε έναν άνθρωπο που είχε αποδεχτεί ότι ο έρωτας, η πίστη όπως και το σύμπαν, δεν ζητά ολοκλήρωση.
Ζητά ωρίμανση.- Αθήνα 2025 -
WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW
ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

Ο αέρας στο στούντιο ήταν πλούσιος σε μυρωδιές: πικρή τερεβένθα, τη βαριά, ελαιώδη οσμή του λινέλαιου και την αόριστη, μεταλλική οσμή των σωματιδίων χρώματος που αιωρούνταν σαν χρωματιστή σκόνη. Ο Βασίλι Καντίνσκι στάθηκε μπροστά στον καμβά, έναν τεράστιο λευκό χώρο που τον κοιτούσε επιτακτικά. Δεν ήταν πλέον άδειος. Στην επιφάνειά του χόρευαν νευρικά σχήματα, γεωμετρικές αναταραχές, γραμμές που φαινόταν να τραβούν το μολύβι μόνες τους. Το χέρι του κινούνταν σαν από μηχανής, μεταφέροντας μια εσωτερική μουσική σε οπτική σύγχυση. Ήταν κοντά, το ήξερε. Κοντά στο όριο όπου η φόρμα διαλυόταν, όπου το χρώμα σταματούσε να είναι απλώς χρώμα και γινόταν συναίσθημα, ήχος, δόνηση.
Καθώς μια ιδιαίτερα έντονη κίτρινη σφαίρα, με πρασινωπή δόνηση, φαινόταν να εκρήγνυται στο κέντρο του καμβά, τα όρια του δωματίου άρχισαν να τρέμουν. Οι τοίχοι έλιωναν, μετατρέποντας τη σταθερότητά τους σε υγρες διολισθήσεις χρωμάτων. Ο Καντίνσκι δεν φοβήθηκε. Αναγνώρισε αυτή τη μετάβαση, αυτή την είσοδο στο βασίλειο όπου ο κανόνας της βαρύτητας ήταν αισθητηριακός και ο χρόνος χρωματισμένος. Έκλεισε τα μάτια του, και όταν τα άνοιξε ξανά, στεκόταν σε μια πλατεία.
Η Παρισόπολη ανέβαινε γύρω του, μια ονειρική συμφωνία αρχιτεκτονικής. Τα κτίρια δεν ήταν από πέτρα, αλλά από στρώσεις διορατικής μνήμης και καλλιτεχνικής φαντασίας. Εδώ, μια γοτθική καθεδρική εκκλησία έτρεχε σε νερομπογιές, το γλυπτό της λιώνοντας σε μια βροχή ιώδων και μπλε αποχρώσεων. Εκεί, ένας μινιμαλιστικός κύβος φαινόταν να περιέχει πολυσύμπαντα, όπου οι γραμμές του δρόμου δεν ήταν παρά μουσικές πεντάγραμμες πάνω στις οποίες χόρευαν αφηρημένα σχήματα. Ο αέρας τραγουδούσε με τον απόηχο μιας αόρατης ορχήστρας, μια μελωδία που θύμιζε Alexander Scriabin και τα ώριμα έργα του ίδιου.
Και τότε, στα σκαλοπάτια ενός παλατιού που θύμιζε τον Νότο της Γαλλίας αλλά ήταν χτισμένο από φύλλο χρυσού και μωσαϊκά, την είδε. Μια γυναικεία φιγούρα, ακόμη σκιώδης, με σιλουέτα που ταλαντευόταν ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αμφισιμία ενός ονειρου. Κάποιος στάθηκε δίπλα του.
«Εκλεπτισμένο το μάτι, έτσι δεν είναι;» ψιθύρισε μια φωνή γεμάτη τον αχνό καπνό του Γκαρέ Σεν Λαζάρ. Ο Κλοντ Μονέ κοιτούσε κι εκείνος προς τη φιγούρα, αλλά τα μάτια του, σαν αβέβαιοι φακοί, δεν έβλεπαν το ίδιο πράγμα. Για τον Μονέ, εκείνη ήταν μια συλλογή εντυπώσεων. Τα μαλλιά της ήταν ένα σύννεφο από ροζ, ώχρινες και απαλές λεμονί αντανακλάσεις, που άλλαζαν με κάθε μικρή κίνηση του φανταστικού ήλιου της Παρισόπολης. Το φόρεμά της δεν είχε όρια, έλιωνε μέσα στον κήπο από νούφαρα που φαινόταν να ανθίζει στα πόδια της. Ήταν μια στιγμή, μια εφήμερη απόχρωση.
«Κοίτα πώς η μοβ σκιά της χορεύει με το ασημί του νερού», μουρμούρισε ο Μονέ, σχεδόν σε έκσταση. «Πρέπει να την πιάσω, πριν αλλάξει ο καιρός».Πριν προλάβει ο Καντίνσκι να απαντήσει, μια σκιά από χρυσό τους σκέπασε. Ο Γκούσταβ Κλιμτ είχε εμφανιστεί σαν ένα εξωτικό πουλί, τυλιγμένος σε μια ρόμπα κολλαγμένη με μωσαϊκά, σπείρες και συμβολικές μορφές. Το βλέμμα του, έντονο και γεμάτο λαγνεία, ήταν καρφωμένο επίσης στην κινούμενη εικόνα.
«Μισό λεπτό, αγαπητέ μου Κλοντ», είπε με μια γλυκιά, σχεδόν σιχαμερή χροιά. «Εσύ βλέπεις μια ατμόσφαιρα, ένα φάντασμα φωτός. Εγώ βλέπω μια ουσία. Μια γυναίκα-ύπαρξη». Για τον Κλιμτ, η γυναίκα ήταν μια ιεροτελεστία γεμάτη συμβολισμούς. Τα μαλλιά της ήταν συστάδες από χρυσά φύλλα κισσού και μαύρες σπείρες. Το σώμα της, ευδιάκριτο μέσα από έναν πέπλο διακοσμημένο με γεωμετρικά ωάρια και μαγικά μάτια, ήταν ένας ναός. Τα χείλη της, κόκκινα σαν ώριμο κεράσι, χαμογελούσαν ένα μυστικιστικό, γεμάτο επιθυμία χαμόγελο. «Δεν είναι μια στιγμή. Είναι η αιωνιότητα της γυναικικότητας. Μου ανήκει».
Ο Κλιμτ προχώρησε με θεατρικούς ελιγμούς. «Κυρία», είπε, η φωνή του ένας ζεστός ψίθυρος. «Βλέπω πως το Σύμπαν επέλεξε να συμπυκνωθεί στη σιλουέτα σας. Κάθε καμπύλη σας είναι μια φράση από το ιερό αλφάβητο της δημιουργίας. Τα μαλλιά σας… είναι σαν μια καταπράσινη ζούγκλα, όπου θα μπορούσα να χαθώ και να βρω την αιώνια έμπνευση. Επιτρέψτε μου να σας εικονογραφήσω. Να σας περικυκλώσω με φύλλο χρυσού, το μόνο υλικό άξιο να αγγίξει, έστω και με τη φαντασία, το δέρμα σας».
Ο Μονέ χαμογέλασε με περιφρόνηση. «Χρυσό, Γκούσταβ; Πραγματικά;» Επιστρέφοντας το βλέμμα του στη δική του, αέρινη εκδοχή, μίλησε με πιο απαλή φωνή. «Κυρία μου, μην αφήσετε ένα υλικό να σας παγιδεύσει. Δείτε γύρω σας. Το φως της Παρισόπολης είναι ζωντανό, αλλάζει με κάθε πνοή του ανέμου. Εσείς… είστε η πιο γοητευτική απόχρωσή του». Προσέγγισε από την άλλη πλευρά, τα χέρια του να κινούνται στον αέρα σαν να ζωγράφιζε. «Εκεί, στη βεράντα του καφέ με τις ιτιές, το πρωινό φως πέφτει διαφορετικά στο πρόσωπό σας. Και στα σκαλιά της πλατείας, το απόγευμα θα σας ντύσει με μοβ και πορτοκαλί. Είστε ένα μοναδικό, εφήμερο θαύμα. Ελάτε μαζί μου. Θα σας δείξω πώς να σταματήσετε τον χρόνο, όχι σε ένα στατικό χρυσό πλαίσιο, αλλά σε μια αλληλουχία στιγμών αιωνιότητας».
Η Κλιμτσιανή όψη χαμογέλασε κρυφά, η Μονετιανή έριξε ένα κλεφτό βλέμμα. Ο Καντίνσκι παρακολουθούσε, νιώθοντας μια περίεργη γαλήνη. Αυτές οι προσεγγίσεις του φαίνονταν τόσο επιφανειακές. Τόσο δεμένες στην εξωτερική εικόνα.
«Ακούω μια συμφωνία», είπε ο Καντίνσκι, η φωνή του μια δήλωση, όχι ψίθυρος. «Μια συμφωνία που παίζεται από τις μορφές της ψυχής σας. Η φιγούρα που βλέπω… είναι μια εκδήλωση πνευματικών δονήσεων». Έβγαλε το χέρι του, όχι για να αγγίξει, αλλά για να χαράξει στον αέρα τα σχήματα. «Αυτή η μπλε γραμμή είναι η μελωδία της εσωτερικής σας ηρεμίας. Αυτό το τρίγωνο, οξύ και κίτρινο, είναι η διανοητική σας οξύτητα. Αυτός ο κόκκινος κύκλος…» Σταμάτησε, και το βλέμμα του έγινε πιο ζεστό. «Αυτός είναι ο παλμός της καρδιάς σας. Δεν είναι ένα απλό σχήμα. Είναι η αρμονία. Σε προσελκύει, κυρία, η δυνατότητα να μην απεικονιστείς, αλλά να εκφραστείς; Να μετατραπείς σε καθαρή οπτική μουσική, πέρα από το φύλο, πέρα από τη μορφή;»
Η εκδοχή της γυναίκας που μιλούσε στη γλώσσα των αφηρημένων σχημάτων δεν απάντησε με λόγια. Όμως η μπλε γραμμή έλαμψε πιο έντονα, και ο κόκκινος κύκλος περιστράφηκε αργά. Ήταν μια απάντηση που μόνο ο Καντίνσκι μπορούσε να δει.
«Μουσική; Αφηρημένα σχήματα;» Ο Κλιμτ γέλασε, πλούσιο και μειωτικό γέλιο. «Βασίλι, πραγματικά. Η κυρία δεν είναι μια θεωρία. Είναι ένα σώμα. Ένα θείου κάλλους σώμα. Κύριε Μονέ, εσείς θέλετε να την κάνετε αιθέριο πνεύμα. Εγώ θέλω να την τιμήσω ως ζωντανή θεά. Εσείς, φίλε μου», στράφηκε στον Καντίνσκι, «τη θέτετε να εξαφανιστεί μέσα σε γεωμετρικά παζλ».
«Κι εσείς και οι δύο», απάντησε ο Μονέ με πάθος, «τη θέτετε σε ένα κλουβί. Εσύ, Γκούσταβ, σε ένα κλουβί από χρυσό και σύμβολα. Και εσύ, Βασίλι, σε ένα κλουβί από ιδέες. Εγώ της προσφέρω την ελευθερία της φύσης, τον αέρα, τη μεταβαλλόμενη ατμόσφαιρα».
«Αυτό που εσύ λες ελευθερία», επέμεινε ο Καντίνσκι, «είναι απλώς ένα άλλο κλουβί της αντίληψης. Είναι το κλουβί της οπτικής πραγματικότητας. Εγώ της προσφέρω την ελευθερία της ουσίας της».
Η τριπλή της ύπαρξη άκουγε. Η Μονετιανη όψη άρχισε να χάνει τα χρώματά της, να γίνεται πιο διάχυτη. Η Κλιμτιανή όψη σταθεροποιήθηκε, τα μωσαϊκά της γίνονταν πιο σκληρά, σαν μια πραγματική περίκλειστη εικόνα. Η Καντίνσκιανή όψη άρχισε να δονείται, τα σχήματα να κινούνται πιο γρήγορα.
Και τότε συνέβη κάτι εξαιρετικό. Μια ηρεμία, βαθιά και τελεσίδικη, κατέβηκε. Το φανταστικό φως συγκεντρώθηκε σε μία μόνο ακτίνα. Έπειτα, σιγά-σιγά, αυτή η ακτίνα άρχισε να κινείται. Διέγραψε ένα τόξο πάνω από το χρώμα των νερομπογιών του Μονέ, πέρασε πλάι από τον χρυσό μανδύα του Κλιμτ σαν αδιάβατο σύνορο, και σταμάτησε. Σταμάτησε να πέφτει απαλά στα πόδια του Καντίνσκι, φωτίζοντας το μολυβένιο πρίσμα των σχημάτων που ακόμη χόρευαν μπροστά του.
Δεν υπήρχε λόγος. Δεν υπήρχε ούτε ένα γλυκό, κρυφό χαμόγελο προς μια κατεύθυνση. Μόνο αυτή η επιλογή του φωτός. Μια σιωπηλή, γεωμετρική επιλογή.
Ο Κλοντ Μονέ άφησε να ξεφύγει ένα αναστεναγμένο «Α…», γεμάτο από την ομορφιά της απώλειας. Ο Γκούσταβ Κλιμτ έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, το πρόσωπό του μια μάσκα τραγικής αποδοχής. Ήξερε τη γλώσσα των συμβόλων, και αυτό ήταν ένα ξεκάθαρο μήνυμα.
Ο Βασίλι Καντίνσκι δεν είπε τίποτα. Ένιωσε τη ζεστασιά του φανταστικού φωτός στο δέρμα του και μια απροσδιόριστη, βαθιά ηχώ να αντηχεί μέσα στην καρδιά του, όχι σαν θρίαμβος, αλλά σαν αναγνώριση.
Πριν προλάβει κανείς τους να προφέρει λέξη, η πλατεία άρχισε να λιώνει. Τα κτίρια από νερομπογιές έλιωναν σε ρευστές λωρίδες χρώματος. Τα μωσαϊκά από χρυσό και σμάλτο θρυμματίστηκαν σε σκόνη που χάθηκε στον άνεμο. Οι μουσικές πεντάγραμμες των δρόμων ξετυλίγονταν. Ο Καντίνσκι έκλεισε τα μάτια, νιώθοντας τον εαυτό του να πέφτει μαλακά μέσα σε μια χρωματική δίνη.
Ο ξαφνικός, σοβαρός πόνος στον λαιμό του τον έφερε πίσω. Το κεφάλι του ήταν ακουμπισμένο στη σκληρή άκρη της ξύλινης παλέτας, τα χρώματα είχαν σχηματίσει μια μικρή, χαοτική λίμνη δίπλα στο μάγουλό του. Σηκώθηκε με προσοχή, νιώθοντας κάθε μυ του σώματος σαν να επέστρεφε από ένα μακρύ, ενεργητικό ταξίδι.
Μπροστά του, ο τεράστιος λευκός καμβάς δεν ήταν πια λευκός.
Και δεν ήταν ούτε χωρίς μορφή. Στον χώρο του, χωρίς να θυμάται ότι ζωγράφισε, υπήρχαν τρία στοιχεία που έκαιγαν με την ενέργεια της όρασής του: μια ισχυρή, βαθιά μπλε γραμμή που έσκιζε τον χώρο από τη μία άκρη στην άλλη, ένα απότομο, ηλεκτρικό κίτρινο τρίγωνο, και ένας τέλειος, απαλός κόκκινος κύκλος, που αιωρούνταν κοντά τους.
Τα κοίταξε, και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Ήταν Αυτή. Ήταν η ουσία της. Όχι το πρόσωπο που ο Μονέ θα συλλάμβανε, ούτε το ιερό σώμα που ο Κλιμτ θα λάτρευε. Ήταν η ψυχή της, μεταφρασμένη σε καθαρή, οπτική γλώσσα.
Κάθισε στο σκαμνί του, με μια ξαφνική τρέμουλα. Τι ακριβώς είχε συμβεί; Είχε συναντήσει δύο μεγάλους, νεκρούς ζωγράφους; Είχε όντως φλερτάρει, ανταγωνιζόμενος τον Μονέ και τον Κλιμτ, για την προσοχή μιας ονειρικής γυναίκας; Ήταν όλο αυτό προϊόν μιας κουρασμένης νόησης, δηλητηριασμένης από τις αναθυμιάσεις του στούντιο και την απελπισία της λευκής σελίδας;
Και το πιο βαθύ ερώτημα: ποιος είχε επιλεγεί; Εκείνη εκείνον, ή εκείνος εκείνη; Ήταν το φως που έπεσε στα πόδια του μια πράξη επιλογής, ή μια απλή προβολή της δικής του, ανείπωτης επιθυμίας να τον δει κανείς πέρα από την επιφάνεια;
Οι εικόνες γύριζαν στο μυαλό του: οι δύο άλλοι καλλιτέχνες, η απέλπιδα, ανθρώπινη έλξη τους, η τρυφερή τους αλαζονεία. Και, τελικά, η σιωπηλή στροφή του φωτός προς το μέρος του. Ήταν όλο αυτό πραγματικό όνειρο, ή ψυχεδελική διάθεση;
Δεν υπήρχε απάντηση. Μόνο ο καμβάς.
Και στον καμβά, η αφηρημένη φιγούρα τον κοιτούσε. Ήταν ενοχλητική. Τον στοίχειωνε. Δεν ήταν ένα ωραίο πορτρέτο για να θαυμάσει, αλλά μια παρουσία για να αντιμετωπίσει. Μια παρουσία που απαιτούσε να μεταφραστεί πλήρως, να εξερευνηθεί, να ζήσει μέσα από το χρώμα και τη γραμμή.
Με βεβαιότητα που γεννήθηκε από την ίδια την αμφιβολία, ο Καντίνσκι σηκώθηκε. Καθάρισε το παλιό πινέλο σε ένα πανί, πήρε ένα καινούριο, καθαρό. Δεν κοίταξε πια τον κενό χώρο. Κοίταξε τα τρία σχήματα που ήταν ήδη εκεί, όπως ήταν ήδη κι εκείνη, ζωντανά στο μυαλό του.
Αυτή ήταν η στιγμή. Η στιγμή που σταμάτησε να ψάχνει να ζωγραφίσει κάτι, και άρχισε να ζωγραφίζει το ίδιο το βλέμμα. Το βλέμμα που μεταμορφώνει μια γυναίκα, ένα τοπίο, ένα συναίσθημα σε σύγκρουση δυνάμεων, σε οπτική συμφωνία.
Έβρεξε το πινέλο στην κίτρινη σφαίρα της παλέτας και, με ένα ρηχό, θεμελιώδες άγγιγμα, ξεκίνησε να επεκτείνει τη μπλε γραμμή, να την κάνει να χορεύει με το κίτρινο τρίγωνο, να την περικυκλώνει με τον κόκκινο κύκλο. Η μνήμη του χάιδευε τα χαρακτηριστικά μιας γυναίκας που δεν υπήρξε ποτέ — ή που ίσως υπήρξε μόνο ως ιδέα, ως συναίσθημα, ως άθροισμα χρωμάτων και μουσικών φράσεων.Δεν ζωγράφιζε μια μορφή πια.
Ζωγράφιζε το όνειρο. Και μέσα σε αυτό το όνειρο, χωρίς ποτέ να το ονομάσει, ζωγράφιζε εκείνη — την αιώνια, αφηρημένη, εκλεκτή μούσα που από εδώ και πέρα θα κατοικούσε όχι σε παλέτες και σε σαλόνια, αλλά στις πρωτόγονες γωνίες της δικής του, επαναστατημένης ψυχής. Ήταν η στιγμή που ο πραγματικός κόσμος έλιωνε και η εσωτερική σύγχυση γινόταν η μόνη πραγματικότητα που άξιζε να καταγραφεί.- Αθήνα 2025 -
WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW
ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΤΣΗΣ / KOSTAS VETSIS

Πρόλογος
Υπάρχουν υπάρξεις που δεν δικαιώνονται από τη συνέχεια, αλλά από την ένταση. Δεν προϋπάρχουν ως υποσχέσεις ούτε ως σχέδια,· αναδύονται μέσα από μια μακρά άσκηση αντοχής στο χάος, μέσα από επαναλήψεις, αποκλίσεις, αποτυχίες, επιστροφές.
Πριν από κάθε σώμα και απόκτηση ταυτότητας (μια κοσμική ονοματοθεσία), υπάρχει μια δοκιμή: αν μπορεί κανείς να σταθεί μέσα στον κόσμο χωρίς εγγυήσεις, χωρίς τελικό νόημα που να τον περιμένει. Όχι πορεία προς ανταμοιβή, αλλά προς μορφή — μορφή που κατακτάται, όχι που χαρίζεται.
Η Γη δεν είναι προορισμός· είναι μία από τις εκδοχές όπου αυτή η δοκιμή ύπαρξης θα μπορούσε να λάβει χώρα.Πράξη Πρώτη: Γέννηση
Ανοίγω τα μάτια — αν αυτό μπορεί να ονομαστεί άνοιγμα ματιών. Σκοτάδι, και μέσα στο σκοτάδι διαθλάσεις φωτός, σαν αστρικά ίχνη που επιμένουν στην αντίληψη. Δεν έχω μάτια· είμαι μια οντότητα χωρίς σώμα, μια καθαρή πρόθεση που αναζητά καταφύγιο στην ύλη.
Η έλξη είναι αμείλικτη. Μια βαρύτητα που δεν συγχωρεί, ένας μαγνητικός πόνος που με τραβά προς τα κάτω, όπως το νερό που καταρρέει σε υπόγεια χάσματα. Οι μνήμες από δακτυλίδια αερίων, από κοσμική σκόνη και παγωμένο φως, συμπιέζονται σε μια αφόρητη πυκνότητα. Ό,τι ήμουν γίνεται δυνατότητα. Κάτι μέσα μου —σαν αρχαία ανάμνηση— γνωρίζει ότι η ύλη δεν είναι φυλακή αλλά δοκιμασία.
Και τότε: ρήξη.
Φως. Ένα άσπρο τραύμα. Μια κραυγή χωρίς ήχο που σχίζει την ενότητα. Ύστερα ο ήχος — κραυγή με πνεύμονες. Δική μου; Η ασώματη συνείδηση συντρίβεται μέσα σε ένα σπυρί σάρκας. Πίεση. Κρύο. Και μετά ζεστασιά. Χέρια τραχιά και τρυφερά. Μια φωνή που τρέμει από χαρά και φόβο: «Αγόρι… είναι αγόρι».
Η πρώτη γνώση δεν είναι η σκέψη· είναι η πείνα. Μια έλξη προς τη ζεστή πηγή, μια οικεία μυρωδιά που προηγείται της λέξης. Στήθος. Καρδιά που χτυπά δίπλα στο αυτί μου. Μητέρα. Η πρώτη έννοια που ριζώνει στη νέα γλώσσα της ύπαρξης. Ελένη. Και μαζί, ένα όνομα που με δένει με τον κόσμο: Αλέξανδρος.
Οι μέρες γίνονται μήνες μέσα σε αγκαλιές, μικρούς πόνους που έρχονται και φεύγουν, φόβους του σκοταδιού που διαλύονται με την εμφάνιση της ίδιας μορφής. Ο κόσμος εξερευνάται με στόμα και παλάμες: γάλα, χάδι, το υγρό τζάμι από την βροχή στο τζάμι. Είναι μια ύπαρξη του παρόντος — μια κατάσταση πριν από την ιστορία.
Κάποια νύχτα, το παράθυρο γίνεται πίνακας ζωγραφικής. Στο μαύρο του καμβά, τρεις λωρίδες διαμαντιών. Τον αναγνωρίζω πριν τον μάθω: Ωρίωνας. Τον είχα δει αλλιώς, κάποτε, όταν δεν ήμουν άνθρωπος. Ένα μικρό χέρι σηκώνεται προς το τζάμι. Το δικό μου. Η πρώτη ρωγμή στην αθωότητα: εγώ βλέπω κάτι που θυμάμαι χωρίς να ξέρω γιατί.Πράξη Δεύτερη: Ο Σχηματισμός του Ατόμου
Η παιδική ηλικία τελειώνει χωρίς τελετή. Ένα ποτήρι σπάει. Μια φωνή υψώνεται. Για πρώτη φορά μαθαίνω ότι η αγάπη μπορεί να ανασταλεί, ότι ο κόσμος έχει κανόνες και συνέπειες. Η ενοχή γεννιέται μαζί με τη μνήμη.
Η εφηβεία έρχεται σαν ξένο σώμα. Η φωνή βαθαίνει, οι γωνίες οξύνονται, το σώμα απαιτεί χώρο. Συναισθήματα ανεβαίνουν χωρίς αιτία — θυμός, λαχτάρα, μια ανώνυμη έλλειψη. Ο πατέρας μου μου δίνει ένα ξυράφι. «Γίνεσαι άντρας». Η φράση μοιάζει περισσότερο ερώτηση παρά διαπίστωση. Το γίγνεσθαι δεν είναι κατάσταση· είναι διαρκής κίνηση.
Το σχολείο γίνεται θέατρο ρόλων. Φιλίες ως συμμαχίες, προδοσίες ως μικροί θάνατοι, ανόητοι τσακωμοί. Και ύστερα, σε ένα πάρτι, στα δεκαέξι, ένα βλέμμα. Η Άννα. Η συζήτηση είναι ασήμαντη, αλλά η αναγνώριση απόλυτη. Σαν να επιβεβαιώνεται μια παλιά υπόθεση: ότι ο Άλλος είναι καθρέφτης, όχι συμπλήρωμα.
Το πρώτο φιλί, κάτω από τη βροχή, δεν είναι απλώς σωματικό. Είναι μεταφυσικό. Για πρώτη φορά το σώμα παύει να είναι βάρος και γίνεται νόημα. Δεν είμαι μόνος μέσα στη σάρκα μου.Πράξη Τρίτη: Ο Μύθος του Δύο
Ο γάμος με τη Μαρία δεν υπήρξε μια συνειδητή ενσάρκωση, αλλά μια πράξη άγουρης βούλησης και υποταγή στους θεσμούς που προηγούνται του έρωτα. Ήταν πια η αναπόφευκτη μοίρα — εκείνη η αόρατη αφήγηση που προϋπάρχει και μας προσπερνά — μια επιλογή διατυπωμένη με τρεμάμενη φωνή μέσα στην αβεβαιότητα. Κάτω από τον πλατάνο, με τους ξεραμένους, ηλικιωμένους κλάδους του να φιλτράρουν το φως και να σκιάζουν το πρόσωπό της, ειπώθηκαν λέξεις παλιές όσο και η ανθρώπινη συμβίωση. Κι όμως, για εμάς ήταν αδοκίμαστες, άγραφες, επικίνδυνες. Το δαχτυλίδι —ένα απλό, χρυσό κυκλικό μέταλλο— είχε βάρος δυσανάλογο της ύλης του. Ήταν η υπόσχεση ενός κοινού χρόνου, η σιωπηλή συμφωνία να κατασκευάσουμε ένα σύμπαν που θα ίσχυε μόνο για δύο.
Και το κατασκευάσαμε. Όχι με μεγαλόπνοες δηλώσεις, αλλά με επαναλήψεις. Ένα διαμέρισμα που μύριζε βιβλία, καφέ και ελαφρά σκόνη. Νύχτες με μουσική χαμηλά, σαν να φοβόμασταν μήπως η ένταση διαλύσει τη συνοχή μας. Ταξίδια σε ορεινά χωριά, όπου ο χρόνος φαινόταν να κυλά αλλιώς, και συζητήσεις που απλώνονταν μέχρι την αυγή, εξαντλώντας θέματα και αντοχές. Μικρές, ασήμαντες συγκρούσεις — ποιος ξέχασε το γάλα, ποιος άφησε ανοιχτό το φως — που λειτουργούσαν σαν τελετουργικά επιβεβαίωσης. Μια κοινή γλώσσα αφώνων αγγιγμάτων και εσωτερικών αστείων. Το «εμείς» δεν ήταν ρητορικό σχήμα· ήταν το πιο απτό πράγμα που είχα ποτέ βιώσει. Μια δεύτερη ζωή, εγκιβωτισμένη μέσα στην πρώτη.
Και ύστερα εμφανίστηκε η ερώτηση. Στην αρχή, σχεδόν αθώα, με το προσωπείο της κοινωνικής ευγένειας: «Θέλετε παιδιά;». Αργότερα, πιο επίμονη: «Πότε θα αρχίσετε μια οικογένεια;». Τελικά, μετατράπηκε σε βάρος, σε βλέμμα γεμάτο υπαινιγμό από γονείς, θείους, φίλους — ένα βλέμμα που δεν ρωτούσε πια, αλλά διαπίστωνε: «Κάτι λείπει». Η επιλογή μας — από συνείδηση, από φόβο, από μια απλή απουσία εσωτερικής κλήσης — ήταν το «όχι». Όμως το «όχι» δεν ήταν μονολιθικό. Το δικό μου ήταν φορτισμένο με τον φόβο της επανάληψης, της μεταβίβασης του πόνου, της ευθύνης απέναντι σε έναν κόσμο που έμοιαζε ήδη υπερφορτωμένος από ανθρώπινα βάρη. Ήταν επίσης εμποτισμένο από μια βαθιά, σχεδόν κοσμική μοναξιά — μια μοναξιά που δεν ήθελα να κληροδοτήσω. Το δικό της «όχι» ήταν πιο απλό, πιο γήινο: απλώς δεν μπορούσε να το φανταστεί. Αυτή η διαφορά, αρχικά δυσδιάκριτη, άρχισε αθόρυβα να υψώνει ένα τείχος. Το «εμείς» απέκτησε μια απαγορευμένη ζώνη, ένα θέμα που αποφεύγαμε συστηματικά, ένα μέλλον που έπαψε να σχεδιάζεται από κοινού.
Ο χρόνος, αδιάφορος, προχώρησε. Το διαμέρισμα έγινε πιο καθαρό, πιο τακτοποιημένο, πιο ήσυχο — σαν να είχε αφαιρεθεί από μέσα του η περιττή ζωή. Οι φίλοι μας έκαναν παιδιά, και ο κόσμος τους έμοιαζε με μια χαώδη, θορυβώδη γαλαξιακή έκρηξη, την οποία παρατηρούσαμε από την ασφάλεια της σιωπής μας. Άλλοτε, αυτή η σιωπή έμοιαζε με κενό, με έλλειψη. Άλλοτε, με ελευθερία, με χώρο αναπνοής. Όμως το τείχος συνέχιζε να ψηλώνει. Μιλούσαμε ολοένα και λιγότερο για το ουσιώδες και όλο και περισσότερο για το διαχειρίσιμο. Το βαθύ υποχώρησε. Έπεσε η σιωπή.Πράξη Τέταρτη: Ο Χωρισμός και ο Φόβος
Ο χωρισμός δεν υπήρξε έκρηξη, ούτε καταστροφή με σαφή όρια. Ήταν μια μακρά, σχεδόν ανεπαίσθητη διαρροή, όπως το νερό που χάνεται από μια ρωγμή την οποία κανείς δεν επισκευάζει, επειδή για καιρό δεν τη θεωρεί επικίνδυνη. Ήρθε μια μέρα — χωρίς ημερομηνία που να αξίζει να θυμάται κανείς — όπου η Μαρία, κοιτάζοντας τον κήπο μας (που είχε αρχίσει ήδη να μου ανήκει περισσότερο απ’ όσο παραδεχόμουν), είπε ήρεμα: «Νιώθω σαν να έχω σταματήσει να αναπνέω. Σαν να υπάρχω μόνο ως διακοσμητική λωρίδα». Δεν υπήρχε θυμός στη φωνή της. Υπήρχε κόπωση. Μια θλίψη καθαρή, σχεδόν κλινική. Η αγάπη δεν είχε πεθάνει· είχε συνθλιβεί αργά από το βάρος ενός μέλλοντος που ποτέ δεν επιλέχθηκε. Έφυγε την άνοιξη. Και το διαμέρισμα, που άλλοτε αντηχούσε από το «εμείς», άρχισε να επιστρέφει μόνο τον αντίλαλο του «εγώ».
Με τον χωρισμό ήρθε ο φόβος. Στην αρχή, ο φόβος της μοναξιάς — γνώριμος, σχεδόν αναμενόμενος. Μα πίσω του αναδυόταν κάτι βαθύτερο, πιο σιωπηλό και πιο επίμονο: ο φόβος της ανυπαρξίας. Παρατηρούσα φίλους με παιδιά. Τα παιδιά τους ήταν η ορατή τους συνέχεια: τα μάτια, τα γέλια, οι χειρονομίες τους επαναλαμβάνονταν σε άλλα σώματα, σε άλλους χρόνους. Έμοιαζαν να έχουν συνάψει μια άρρητη συμφωνία με τον θάνατο: «Μπορείς να με πάρεις, αλλά δεν θα με εξαφανίσεις». Κι εγώ; Τι διέθετα απέναντί του; Ένα ημερολόγιο γεμάτο σκέψεις. Μερικές καδραρισμένες φωτογραφίες που είχα τραβήξει όταν νόμιζα ότι θα μπορούσα να γίνω κι εγώ -ένας ακόμα - προικισμένος , αυτοδίδακτος φωτογράφος. Ένα σπίτι κορεσμένο από αναμνήσεις ενός «εμείς» που είχε διαλυθεί. Ποιος θα θυμόταν τη μυρωδιά του καφέ μου το πρωί; Ποιος θα αφηγούνταν την ιστορία της γνωριμίας μας, εκείνο το βράδυ με τη βροχή; Η ιδέα ότι κάθε εμπειρία, κάθε θέαση του κόσμου, κάθε στιγμή αγάπης ή πόνου θα έσβηνε μαζί μου, χωρίς συνέχεια, χωρίς μάρτυρα, ήταν αφόρητη. Ένιωθα σαν ένα άστρο έτοιμο να καταρρεύσει, χωρίς να έχει γεννήσει ούτε έναν πλανήτη, χωρίς να αφήσει φως να συνεχίσει την πορεία του.Πράξη Πέμπτη: Η Αποκάλυψη και το Φως
Η κατάθλιψη ήταν βαθιά, συμπαγής, σχεδόν γεωλογική. Κι όμως, μέσα της, ένα βράδυ αϋπνίας, συνέβη η αποκάλυψη — όχι ως λύτρωση, αλλά ως μετατόπιση του ερωτήματος. Δεν αναρωτήθηκα πια πώς συνεχίζεται η ζωή, αλλά αν χρειάζεται να συνεχιστεί για να έχει υπάρξει. Δεν κοίταξα πίσω μόνο στα πρόσφατα χρόνια, αλλά σε ολόκληρη την πορεία: από τα άστρα στη μήτρα, από τα πρώτα βήματα στο πρώτο φιλί, από τη συλλογική ζωή στη μοναχική επιβίωση. Τότε έγινε σαφές πως το ταξίδι δεν είχε στόχο να υφάνει μια κλωστή DNA. Ο σκοπός του — αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η λέξη — ήταν να πυκνώσει εμπειρία, να συμπυκνώσει συνείδηση.
Άρχισα να γράφω. Όχι για αναγνώριση, ούτε για σωτηρία, αλλά για μετάδοση. Έγραφα για τη θέα του Ωρίωνα από το παιδικό παράθυρο. Για τον πόνο του χωρισμού, που μοιάζει με τη θλίψη ενός άστρου όταν χάνει τον σύντροφό του και μένει μόνο σε τροχιά σιωπής. Για την απλή, σχεδόν αόρατη ομορφιά μιας μικρής πράξης καλοσύνης προς έναν άγνωστο. Σε κάποια σελίδα, ένας νεαρός αναγνώστης βρήκε παρηγοριά για τη δική του μοναξιά. Εκείνη η στιγμή σύνδεσης — αυτή η μεταφορά εμπειρίας από έναν νου σε έναν άλλον — υπήρξε μια μορφή γέννησης. Μια ενσάρκωση ιδεών μέσα σε ξένη συνείδηση.
Δίδαξα σε μια σχολή. Μίλησα για την ποίηση ως χάρτη του εσωτερικού σύμπαντος, όχι ως διακόσμηση, αλλά ως εργαλείο προσανατολισμού. Στα μάτια των μαθητών, όταν κάτι τους άγγιζε, άναβε ένας σπινθήρας. Δεν ήταν δικός μου· τους ανήκε. Κι όμως, είχα συμβάλει στην ανάφλεξή του. Φύτεψα έναν κήπο. Οι μέλισσες και οι πεταλούδες που εμφανίστηκαν δεν ήταν παιδιά μου. Ήταν κάτοικοι ενός κόσμου που είχα βοηθήσει να διαμορφωθεί. Η ζωή, με όλη την αφθονία και την αδιαφορία της, κυκλοφορούσε μέσα από αυτόν.
Ένας παλιός φίλος, πατέρας πέντε παιδιών, μου είπε κάποτε: «Ο μεγάλος μου γιος διάβασε το δοκίμιό σου για την αθανασία. Μου είπε: ‘Μπαμπά, ο κύριος Αλέξανδρος λέει ότι ζούμε μέσα στις ιστορίες που λέμε’. Και τώρα θέλει να γράφει». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πιο ζωντανός — και, αν η λέξη έχει ακόμη νόημα, πιο αθάνατος — από οποιαδήποτε οικογενειακή φωτογραφία. Η κληρονομιά μου δεν θα ήταν ένας συνδυασμός γονιδίων. Θα ήταν ένας συνδυασμός ιδεών, συναισθημάτων, μικρών σπινθηρών συνειδητοποίησης που θα συνέχιζαν να ζουν μέσα στη σκέψη των άλλων. Μια αθανασία διάχυτη, σαν το άρωμα ενός λουλουδιού που παραμένει στον αέρα αφού το άνθος έχει μαραθεί.Πράξη Έκτη: Το Τέλος ως Αρχή
Το γήρας ήρθε με ήρεμη επιμονή, χωρίς δραματικές εξάρσεις. Το σώμα — το πιστό σκάφος αυτού του μακρινού ταξιδιού — άρχισε να υποχωρεί, όχι με προδοσία αλλά με εξάντληση. Ο πόνος έγινε ένας παλιός γνώριμος, όχι εχθρός.
Η Άννα επέστρεψε — όχι ως πρόσωπο του παρόντος, ούτε ως διεκδίκηση του παρελθόντος, αλλά ως εκείνη η πρώτη μορφή μέσα από την οποία έμαθα τι σημαίνει να στραφεί κανείς προς έναν άλλον άνθρωπο. Δεν ήταν ο έρωτας που έζησα περισσότερο, ούτε εκείνος που κράτησε. Ήταν όμως ο έρωτας που έδωσε σχήμα σε όλους τους επόμενους.
Η Μαρία υπήρξε η ζωή. Η Άννα παρέμεινε η μνήμη του ανοίγματος. Και στο τέλος, οι διακρίσεις αυτές έπαψαν να έχουν σημασία.
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κοίταζα τον κήπο από το παράθυρο. Ένα αγόρι — ο εγγονός της γειτόνισσας — έτρεχε ανάμεσα στα λουλούδια. Έπιασε μια πεταλούδα με προσεκτική τρυφερότητα, την κοίταξε σαν να της ζητούσε άδεια, και την άφησε ελεύθερη. Έκλεισα τα μάτια μου. Δεν είδα σκοτάδι. Είδα το αρχικό αστρικό ύφασμα. Μα τώρα, κάθε αστέρι μέσα του ήταν μια στιγμή του Αλέξανδρου: το πρώτο φως στη μήτρα, ο πόνος της πρώτης απώλειας, η θερμότητα του πρώτου φιλιού, η γλυκύτητα της απελευθέρωσης μιας ιδέας στη σελίδα. Η ζωή μου δεν υπήρξε γραμμή που οδηγεί στον θάνατο. Υπήρξε γαλαξίας. Κάθε σχέση, κάθε δημιουργία, κάθε πράξη αγάπης ήταν ένα άστρο αυτού του εσωτερικού σύμπαντος. Και όπως τα άστρα, θα συνέχιζαν να ακτινοβολούν, να διαχέουν το φως τους, πολύ μετά τη φυσική τους κατάρρευση.
Ο φόβος είχε λιώσει. Δεν υπήρχε ανυπαρξία — υπήρχε μετάβαση. Η τελευταία ενσάρκωση δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού. Ήταν το σημείο όπου η μοναδική, ατομική συνείδηση συγχωνευόταν με το αχανές, όπου το φως της εμπειρίας επέστρεφε στην πηγή του, πλουτισμένο και μετασχηματισμένο.
Η τελευταία μου ανάσα δεν υπήρξε τέλος. Ήταν αναστεναγμός απελευθέρωσης. Και καθώς η αντίληψη διαλυόταν, ένιωσα ότι η ουσία μου — όχι το όνομα, όχι η αφήγηση, αλλά η συμπυκνωμένη εμπειρία — διαχεόταν προς τα έξω. Στο αγόρι που θα θυμόταν την πεταλούδα. Στον μαθητή που θα έγραφε μια ιστορία. Στη φίλη που θα αγκάλιαζε το παιδί της λίγο πιο σφιχτά.
Η τελευταία ενσάρκωση υπήρξε η πιο ολοκληρωμένη — ή έτσι ήθελα να πιστεύω. Δεν άφησα απογόνους από σάρκα. Άφησα αποτυπώματα από σκέψη, από λέξεις, από στιγμές προσοχής. Φως, ίσως. Γνώση, ίσως. Αλλά κανείς δεν εγγυάται ότι το φως αυτό θα συνεχίσει να διαθλάται επ’ άπειρον.
Ίσως οι απόγονοι να είναι πράγματι μια συμφωνία με τον χρόνο, μια άδεια για να πιστεύουμε στη συνέχεια, στην επόμενη ενσάρκωση, στην παράταση του εαυτού μας μέσα σε άλλα σώματα. Ίσως χωρίς αυτούς να αναγκαζόμαστε να αντικρίσουμε το ενδεχόμενο που πάντα αποφεύγαμε: ότι η αλυσίδα μπορεί να σπάει οριστικά. Ότι το τέλος δεν είναι μετάβαση, αλλά παύση. Όχι σκοτάδι, αλλά απουσία κάθε εμπειρίας.Κι όμως — ή ακριβώς γι’ αυτό — ό,τι ειπώθηκε, ό,τι γράφτηκε, ό,τι άγγιξε έστω και στιγμιαία έναν άλλον νου, υπήρξε αληθινό όσο υπήρξε. Ίσως αυτό να είναι το μόνο μέτρο νοήματος: όχι η διάρκειά του, αλλά η έντασή του. Αν υπάρξει ανυπαρξία, θα με βρει χωρίς ψευδαισθήσεις. Κι αν υπάρξει συνέχεια, δεν θα την έχω εξασφαλίσει.
Η τελευταία μου ανάσα δεν δήλωσε τίποτα. Δεν υποσχέθηκε επιστροφή, ούτε διάχυση. Ήταν απλώς η ολοκλήρωση μιας τροχιάς. Κι αν κάτι απέμεινε — όχι ως ουσία, αλλά ως ίχνος — αυτό ανήκει πλέον αποκλειστικά στους άλλους. Στη μνήμη τους, ή στη λήθη τους.
Ίσως εκεί, ανάμεσα στο φως που σβήνει και στην ανυπαρξία που δεν βιώνεται, να μην υπάρχει καμία αθανασία — μόνο το γεγονός ότι κάτι υπήρξε, για όσο υπήρξε.- Αθήνα 2026 -
WE WOULD APPRECIATE YOUR COMMENTS BELOW
CONTACT US
Don't fight it and you'll be happy